Online People

Wednesday, May 10, 2017

«Τρεις φορές ξένη» – από τον Γουίλιαμ Μάλινσον Στο «Τρεις φορές ξένη» ( εκδ.Επίκεντρο ), το νέο βιβλίο του Γουίλιαμ Μάλινσον, ο Έλληνας παππούς, που ήταν υπήκοος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά που ακολούθως έγινε Ιταλός υπήκοος αποτελεί το σημείο εκκίνησης του βιβλίου. Επικεντρώνεται στην πραγματική ιστορία μιας οικογένειας, που έχει σαν φόντο ιστορικά γεγονότα και αποδεικνύει πως μπορούν να ξεπεραστούν αυτά που ο συγγραφέας αποκαλεί «οι μινώταυροι του φόβου και της απληστίας» και κατεδαφίζεται η θεωρία περί διεθνών σχέσεων που προβάλλεται από αριθμό σχολιαστών. Δεν έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε το γιο κάποιου από την Cumbria που πολέμησε στον Μεγάλο Πόλεμο, να συναντά μετά τον πόλεμο την κόρη του εχθρού του Οθωμανού υπηκόου και στη συνέχεια να την παντρεύεται. Οι παππούδες του συγγραφέα βρέθηκαν σε αντίθετες πλευρές στο Μεγάλο Πόλεμο, ο ένας με τους Βρετανούς στην Καλλίπολη και ο άλλος με τον Οθωμανικό στρατό. Στον επόμενο πόλεμο, ο πατέρας και ο θείος του συγγραφέα μαζί βρέθηκαν στην αντίθετη πλευρά με αυτή του συζύγου της θείας του. Η θεία του υπήρξε τρεις φορές πρόσφυγας: από την Οθωμανική Τουρκία, από την ιταλική Ρόδο, και στη συνέχεια και πάλι από τη σύγχρονη Τουρκία. Αυτά αποτελούν το πλούσιο φόντο, όπου παρατίθεται ο ιστορικός απολογισμός των σκαμπανεβασμάτων της οικογένειας σαν αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του αμφιλεγόμενου Έλληνα Ελευθέριου Βενιζέλου και του στομφώδους Τούρκου Κεμάλ Ατατούρκ. Γραπτές και προφορικές περιγραφές από μέλη της οικογένειας καθώς και από διπλωματικά έγγραφα υφαίνουν ένα πλούσιο ταπισερί μέσα στο γεωστρατηγικό αποχωρητήριο που ονομάζεται Ανατολική Μεσόγειος. Το βιβλίο ζωντανεύει κύριες πτυχές της σύγχρονης Ευρωπαϊκής ιστορίας και τελειώνει με μια καυστική και χωρίς αναστολές κριτική της σημερινής Ελλάδας και Τουρκίας. Ο William Mallinson είναι καθηγητής Πολιτικών Ιδεών και Θεσμών στο Πανεπιστήμιο Guglielmo Marconi και μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Journal of Balkan and Near Eastern Studies, πρώην μέλος της Διπλωματικής Υπηρεσίας της Αυτού Μεγαλειότητας, ο οποίος αποχώρησε από την υπηρεσία για περαιτέρω σπουδές στο London School of Economics από όπου του απονεμήθηκε ο διδακτορικός τίτλος (Ph.D.) από το Τμήμα Διεθνούς Ιστορίας. Οι σπουδές του κάλυψαν την ολλανδική εξωτερική πολιτική, τις ολλανδογερμανικές σχέσεις και τον γερμανικό επανεξοπλισμό κατά τα αρχικά στάδια δημιουργίας των ευρωπαϊκών θεσμών και του ΝΑΤΟ και την αρχική περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Από το 1994, οπόταν του απονεμήθηκε υποτροφία του Ελληνικού Δημοσίου, μελετά τα αρχεία του Βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών, Υπουργείο Άμυνας, Γραφείο του Πρωθυπουργού και τα αρχεία του Υπουργικού Συμβουλίου υπό τη γενική κατηγορία “Αγγλο-ελληνικές σχέσεις κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου”, συμπεριλαμβανομένης και της Κύπρου. Τα βιβλία του περιλαμβάνουν τα: Κύπρος, μια ιστορική προοπτική (2005), Πικρές Ελιές (2011), Ο Κίσινγκερ και η εισβολή της Κύπρου (2016) και Η Απειλή στις Διεθνείς Σχέσεις από τη Γεωπολιτική (2016).

Monday, March 6, 2017

http://www.amna.gr/article-pagination.php?id=144984 ΗΠΑ και Ηνωμένο Βασίλειο ήξεραν για την εισβολή στην Κύπρο Παρασκευή, 03 Μαρτίου, 2017 Τελευταία ενημέρωση: 16:10 του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου(*) Παράνομες οι συμφωνίες του 1960 κατά το Λονδίνο που τις επέβαλε! Τι γνώριζαν οι Βρετανοί για την απόβαση του 1974 και τον Αττίλα ΙΙ. Το Κυπριακό στο φως των βρετανικών αρχείων. Οι ίδιοι οι νομικοί του Βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών θεωρούν παράνομη την Συνθήκη Εγγυήσεως που επέβαλλε το Λονδίνο, με τη συνδρομή της τότε ελληνικής κυβέρνησης, στον αρχιεπίσκοπο Μακάριο! Ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Τζέιμς Κάλλαχαν, από την πλευρά του, γνώριζε εκ των προτέρων την επερχόμενη τουρκική εισβολή στην Κύπρο, τον Ιούλιο 1974, και την εν συνεχεία προέλαση του τουρκικού στρατού τον Αύγουστο 1974 και δεν έκανε τίποτα για να εμποδίσει τους σχεδιασμούς Κίσσινγκερ-Άγκυρας. Ενώ είπε μάλιστα ψέματα στην κοινοβουλευτική επιτροπή που διερευνούσε αυτό το θέμα. Αυτά τα συμπεράσματα και πολλά άλλα, εξίσου εντυπωσιακά, τεκμηριώνονται από την έρευνα του Βρετανού πρώην διπλωμάτη, ιστορικού, καθηγητή Πολιτικών Ιδεών και Θεσμών στο πανεπιστήμιο Guglielmo Marconi της Ιταλίας, Γουίλιαμ Μάλινσον. Ο Μάλινσον πραγματοποίησε μακρόχρονη, συστηματική δουλειά στα Βρετανικά Κρατικά Αρχεία, εντοπίζοντας, διαβάζοντας και αναλύοντας πολλά έγγραφα του Φόρεϊν Όφις που αφορούσαν τη βρετανική πολιτική στην Κύπρο και την Ελλάδα. Ο Μάλινσον είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων για την Κύπρο και την Ελλάδα (τα τελευταία του που έχουν εκδοθεί στα ελληνικά είναι οι Πικρές Εληές, από τις εκδόσεις Εστία και το Κύπρος, μια Ιστορική Προοπτική, από τις εκδόσεις Παπαζήση). Τα ψέματα του Κάλλαχαν Όπως λέει ο κ. Μάλινσον, από τα έγγραφα των βρετανικών αρχείων προκύπτει ότι ο Κάλλαχαν και τα στελέχη του βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών είπαν ψέματα και προφανώς το έκαναν γιατί δεν ήθελαν να αποδεχθούν ότι η Βρετανία υπετάγη στον Κίσσινγκερ, χάνοντας την ανεξαρτησία της στην εξωτερική και αμυντική της πολιτική. Ο Κάλλαχαν, μας λέει, ήθελε να κρατήσει όσο μπορούσε πιο καθαρή την εικόνα του στο εσωτερικό του Εργατικού Κόμματος, ενόψει των επικείμενων εσωκομματικών εκλογών. Δύο μήνες μετά από αυτές τις ακροάσεις έγινε πρωθυπουργός, αντικαθιστώντας τον παραιτηθέντα Ουίλσον. «Ο Κάλλαχαν και ασφαλώς ο Κίσσινγκερ, ήξεραν πολύ καλά στις 10 Αυγούστου 1974, για τα τουρκικά σχέδια να καταληφθεί πάνω από το ένα τρίτο της Κύπρου. Είναι όμως αξιοσημείωτο ότι ο Κάλλαχαν ενημερώθηκε στις 19 Ιουλίου 1974 για το σχέδιο της πρώτης εισβολής. Η Joint Intelligence Committee τον πληροφόρησε ότι αναμένουν εισβολή τις "επόμενες λίγες μέρες", όπως προκύπτει από το έγγραφο των Κρατικών Βρετανικών Αρχείων "Thomson to Private Secretary, record of meeting, BNA-FCO 9/1984, file WSC 1/10, part E"». «Όταν όμως ο Κάλλαχαν ρωτήθηκε», συνεχίζει ο καθηγητής Μάλινσον, «στις 19 Φεβρουαρίου 1976, ενώπιον της κοινοβουλευτικής επιτροπής για την Κύπρο, αν είχε αντιληφθεί ότι επρόκειτο να πραγματοποιηθεί άμεσα τουρκική εισβολή στην Κύπρο, απήντησε αρνητικά. Κι όταν ρωτήθηκε αν τα γεγονότα συνέχιζαν να υποδεικνύουν ότι επρόκειτο να ακολουθήσει περαιτέρω τουρκική προέλαση, απήντησε πάλι αρνητικά ("No, I do not think that was indicated at all", The Select Committee on Cyprus: Minutes of Evidence, Thursday, 19th February, 1976, BNA-FCO 9/2192, file WSC 3/548/10, part C.)». Οι συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου Μια εξίσου, αν όχι περισσότερο εντυπωσιακή αποκάλυψη από την έρευνα που πραγματοποίησε στο Φόρεϊν Όφις είναι ότι οι ίδιοι οι Βρετανοί εμπειρογνώμονες θεωρούν παράνομη τη Συνθήκη Εγγυήσεως, που το Λονδίνο, με τη βοήθεια της τότε ελληνικής κυβέρνησης, επέβαλε στον αρχιεπίσκοπο Μακάριο! Η συνθήκη εγγυήσεως, που επέβαλε η Βρετανία στον Μακάριο είναι παράνομη, σύμφωνα με τους εμπειρογνώμονες του Φόρεϊν Όφις, γιατί παραβιάζει το άρθρο 2.4 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, ενώ η ισχύς της συμπαρασύρεται και καταπίπτει από το άρθρο 103. Οι απόψεις αυτές καταγράφονται στο έγγραφο NA FCO 27/166/MF/10/41 των Βρετανικών Κρατικών Αρχείων. Το πρόβλημα του παράνομου χαρακτήρα της Συνθήκης Εγγυήσεως είναι ακόμα πιο σοβαρό, γιατί όλες οι συμφωνίες, περιλαμβανομένης της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι αλληλεξαρτώμενες. Το γεγονός αυτό το εντόπισαν με ανησυχία εδώ και πολλές δεκαετίες οι νομικοί του βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών, που σημειώνουν σε σχετικό τους έγγραφο: «Οι διάφορες συμφωνίες του 1960 ... απετέλεσαν μια συνολική ρύθμιση, στην πραγματικότητα μια συμφωνία πακέτο. Η εγκατάλειψη της θέσης μας για τη Συνθήκη Εγγύησης θα υπονόμευε επομένως τη θέση μας για το υπόλοιπο της ρύθμισης του 1960. Ιδιαίτερα, μπορεί να ανακαλύψουμε μια μέρα ότι έχει υπονομεύσει τη θέση μας επί της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης. γ) Ακόμα και αν οι τίτλοι μας επί των Κυριάρχων Περιοχών Βάσεων δεν εξαρτώνται από τη Συνθήκη Εγγυήσεων ή τη Συνθήκη Εγκαθίδρυσης, οι ρητές διατάξεις αυτών των συνθηκών σχετικά με τις Κυρίαρχες Περιοχές Βάσεων, που αφορούν την εξασφάλιση της ανενόχλητης κατοχής μας και χρήσης των Περιοχών, μπορεί να αποβούν ωφέλιμες. Επιπλέον κάθε τι που θέτει τη ρύθμιση του 1960 ως σύνολο σε αμφισβήτηση θα μας εξέθετε σε πίεση αναφορικά με το ηθικό μας (όχι το νομικό) δικαίωμά μας να διατηρούμε τις Βάσεις? δ) Είτε έχουμε είτε δεν έχουμε άμεσο συμφέρον να διατηρήσουμε τη Συνθήκη Εγγύησης, δεν θα μπορούσαμε ανοιχτά να την εγκαταλείψουμε χωρίς να αναστατώσουμε σοβαρά την Τουρκία». Όπως υποστηρίζει ο καθηγητής Μάλινσον, «οι συνθήκες του 1960 δεν σχεδιάστηκαν για να επιτρέψουν στην κεντρική κυπριακή κυβέρνηση να δράσει ανεξάρτητα, αλλά για να κρατήσουν, όσο ήταν δυνατό περισσότερο, την ΕΣΣΔ έξω από την Ανατολική Μεσόγειο». Ολόκληρη η ρύθμιση ήταν "αξονισμένη" γύρω από τις βρετανικές βάσεις. Είναι χαρακτηριστικό, και αγγίζει τα όρια της φάρσας, ότι πάνω από τη μισή Συνθήκη Εγκαθίδρυσης του κυπριακού κράτους αναφέρεται στις βρετανικές βάσεις, λέει ο Βρετανός πρώην διπλωμάτης, που υπενθυμίζει ότι ο Μακάριος δεν εκλήθη καν στη Ζυρίχη. Οι συγκρούσεις του 1963 Οι πρώτες συγκρούσεις στην Κύπρο σημειώθηκαν το 1963-64, μετά την απόφαση του Μακαρίου να ζητήσει αναθεώρηση 13 σημείων των συμφωνιών που είχαν στο μεταξύ αποδειχθεί ανεφάρμοστες. «Τα αρχειακά έγγραφα τείνουν να επιβεβαιώσουν ότι τα 13 σημεία του Μακαρίου διαμορφώθηκαν με τη βρετανική βοήθεια και ενθάρρυνση και ότι ο τότε Ύπατος Αρμοστής στην Κύπρο τα θεωρούσε λογικές προοπτικές», όπως προκύπτει από το έγγραφο NA FCO 9/1353, file No. WSC 1/1. Βεβαίως πρέπει κανείς να παρατηρήσει ότι το ίδιο θα γραφόταν στα επίσημα έγγραφα, ακόμα και αν δεν θεωρούνταν "λογικές προοπτικές", αλλά υπήρχε η πρόβλεψη για το πού ακριβώς θα οδηγήσουν. Είναι μάλλον ανόητο να γραφεί, ακόμα και στο πιο εμπιστευτικό έγγραφο, η περιγραφή μιας ενδεχόμενης προβοκάτσιας, μιας απόφασης δολοφονίας ή μιας απόφασης πραξικοπήματος. Αντίθετα, το λογικό είναι πολιτικός που σκοπεύει να κάνει τέτοιες πράξεις να επιχειρήσει να γράφει στα έγγραφα το άλλοθι που θα χρησιμοποιήσει. Γι' αυτό και πολλοί ερευνητές, όχι μόνο ματαιοπονούν, αλλά και προκαλούν μεγάλη σύγχυση, ψάχνοντας να βρουν π.χ. επίσημα έγγραφα των ΗΠΑ που να διατάσσουν τη δολοφονία του Σαλβαδόρ Αλιέντε ή του αρχιεπισκόπου Μακαρίου, ή την εκτέλεση πραξικοπήματος στην Ελλάδα, την Κύπρο ή την Τουρκία. Μετά στηρίζουν επί της μη ανευρέσεώς τους διάφορες θεωρίες, συνήθως περιορισμένης αξίας. Ήδη πάντως το 1964 οι Βρετανοί διπλωμάτες αναγνωρίζουν ότι το Σύνταγμα (που επέβαλαν οι ίδιοι) δεν μπορεί να δουλέψει και ότι οι μόνες δύο λύσεις που θα μπορούσαν να δουλέψουν στο νησί οδηγώντας σε ειρήνη και τάξη θα ήταν είτε η Ένωση με την Ελλάδα, είτε η δημιουργία μιας ενιαίας Δημοκρατίας που θα κυριαρχείται από την ελληνοκυπριακή της πλειοψηφία (έγγραφο NA FCO 46/1248, file DPI/516/1). Μετά την εισβολή «Δεδομένης της απόφασής μας να μη χρησιμοποιήσουμε στρατιωτική δύναμη στην Κύπρο και της σχετικά περιορισμένης πίεσης που μπορούμε να ασκήσουμε στην Κύπρο, την Ελλάδα και την Τουρκία, αυτό μας θέτει στη θέση να έχουμε ευθύνη, χωρίς να έχουμε ισχύ. Αυτή η κατάσταση δεν μας αποφέρει οποιαδήποτε ανταλλάγματα και επομένως είναι προς το Βρετανικό συμφέρον να εργασθούμε για μια λύση που δεν θα εμπλέκει τη Βρετανία σε οποιεσδήποτε υποχρεώσεις απορρέουσες από εγγυήσεις. Μια τέτοια λύση είναι εντούτοις απομακρυσμένη και θα είναι ιδιαίτερα δύσκολο να επιτευχθεί όσο διατηρούμε μια φυσική παρουσία στις Βάσεις», αναφέρεται σε ένα βρετανικό διπλωματικό έγγραφο του 1975. Καλύτερα να πληγούν τα συμφέροντά μας στην Ελλάδα παρά στην Τουρκία Το προαναφερθέν έγγραφο του 1975, περιέχει και μία αποτίμηση της στρατηγικής σημασίας που απέδιδε το Λονδίνο στην Ελλάδα και στην Τουρκία. «Πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε ότι, σε τελική ανάλυση, η Τουρκία πρέπει να θεωρηθεί περισσότερο σημαντική για τα δυτικά στρατηγικά συμφέροντα από την Ελλάδα και, αν πρέπει να αναληφθούν κίνδυνοι, θα πρέπει να είναι κίνδυνοι έντασης των ελληνικών παρά των τουρκικών σχέσεων με τη Δύση». Αξίζει πάντως να σημειώσουμε ότι, αν και οι δύο χώρες είναι πλήρη μέλη του ΝΑΤΟ, εξακολουθούν να παραμένουν στην αντίληψη του Λονδίνου, όπως φαίνεται από την επιλεγόμενη φρασεολογία, μάλλον "περιφερειακές" ως προς τη Δύση. Στο τέλος βέβαια, ακόμα και η τόσο επιδέξια βρετανική διπλωματία δείχνει να χάνει την υπομονή της με το "διπλωματικό στυλ" των Τούρκων, που, όποτε και όπου θέλουν, θεωρούν άκυρες και ανυπόστατες, όποτε και όπου θέλουν, θεωρούν ισχυρές τις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου. Όπως παρατηρεί σχετικά ένα βρετανικό έγγραφο «η τουρκική πλευρά λέει όλο και πιο ανοιχτά και σταθερά ότι το Σύνταγμα του 1960 έχει εκλείψει, ταυτόχρονα όμως νοιώθουν το ελεύθερο να έχουν το κέικ τους και να το τρώνε εφαρμόζοντας την άποψή τους μόνο όταν τους συμφέρει». Λωζάννη και τουρκική εμπλοκή στο Kυπριακό Βασιζόμενος ακριβώς στο αρχειακό υλικό που εντόπισε ο Μάλινσον, λέει ότι ουδέποτε, στο μυαλό των Βρετανών διπλωματών, δεν ήταν νόμιμη η επιχείρησή τους να εμπλέξουν την Τουρκία στο Kυπριακό, κατά παράβαση του άρθρου 16 της Συνθήκης της Λωζάννης, που απαγόρευε την ανάμειξη της Άγκυρας στις πρώην Οθωμανικές κτήσεις. Ο σκοπός της Βρετανίας ήταν να δημιουργήσει ελληνο-τουρκική ένταση για να διατηρήσει τη δική της κυριαρχία στο νησί, αλλά έτσι ήταν μόνο θέμα χρόνου η τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Από τα αρχεία του Φόρεϊν Όφις προκύπτει σαφώς, μας λέει ο Βρεταννός ιστορικός, αφενός η μυστική συνεννόηση Λονδίνου και Άγκυρας, αφετέρου το ότι όταν οι ΗΠΑ ανέλαβαν τον έλεγχο της Μέσης Ανατολής από τη Βρετανία, την έσπρωξαν σε διαπραγματεύσεις, ώστε τουλάχιστο να διατηρηθούν οι βρετανικές βάσεις με μια "φιλική προς το ΝΑΤΟ" λύση του Κυπριακού. Να "κρατηθεί έξω η ΕΣΣΔ" Η όλη λύση του Κυπριακού, που προκρίθηκε το 1960, ήταν φτιαγμένη όχι για να ανταποκριθεί στις ανάγκες του κυπριακού λαού, αλλά για να κρατήσει έξω από το παιχνίδι τη Σοβιετική Ένωση, λέει ο Γουίλιαμ Μάλινσον. Βρετανικά Κυριαρχικά Δικαιώματα Ήδη από το 1964, το Φόρεϊν Όφις επισημαίνει στα έγγραφά του ότι, μακροχρόνια, τα κυριαρχικά δικαιώματα της Βρετανίας θα τείνουν να θεωρηθούν όλο και πιο ενοχλητικά από τους Ελληνοκύπριους και όλο και πιο αναχρονιστικά από την παγκόσμια κοινή γνώμη Το Λονδίνο θέλει να φύγει, αλλά δεν το αφήνει η Ουάσιγκτων Ήδη από το 1976 το Φόρεϊν Όφις, πάντα κατά τα έγγραφα που εντόπισε ο Μάλινσον, εισηγείται πολιτική πλήρους κατάργησης της βρετανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Κύπρο και μεταβίβασης των βάσεων στην Κυπριακή Δημοκρατία. Αυτό όμως δεν άρεσε στις ΗΠΑ, που προσφέρθηκαν να πληρώνουν αυτές για τις βάσεις και άρχισαν σχετικές διαπραγματεύσεις με το Λονδίνο. Ο Κίσινγκερ είχε ήδη στείλει επιστολή στον Κάλλαχαν, λέγοντάς του ότι η Βρετανία πρέπει να διατηρήσει τις βάσεις της, επικαλούμενος τη σοβιετική απειλή. Η Κύπρος είναι σημαντικό κομμάτι στην παγκόσμια σκακιέρα και έχει σημασία για την αραβοϊσραηλινή διαμάχη, σύμφωνα με την περιγραφή του Κίσινγκερ στην οποία αναφέρεται έγγραφο του Φόρεϊν Όφις. Επί Θάτσερ αλλάζει η πολιτική Τα αυτοκρατορικά ένστικτα επιστρέφουν με την άνοδο της Μάργκαρετ Θάτσερ στην εξουσία. Έτσι, ένα έγγραφο του Φόρεϊν Όφις γράφει: «Τα οφέλη από τις Κυρίαρχες Περιοχές Βάσεων (SBA) είναι μείζονος σημασίας και ουσιαστικά μη αναπληρώσιμα. Συνιστούν μια ουσιαστική συμβολή στην αγγλο-αμερικανική σχέση. Το υπουργείο εξέτασε τακτικά με αυτούς που τους αφορά, ποιες συνθήκες στην Κύπρο θα ευνοήσουν περισσότερο στο να διατηρήσουμε ανεμπόδιστη τη χρήση των ευκολιών μας στις Βάσεις. Το συμπέρασμα από τη στάθμιση αυτή ήταν ότι μια σύντομη "λύση" δεν θα βοηθούσε (γιατί μπορεί να αύξανε τις πιέσεις μετά εναντίον των Βάσεων) όπως δεν θα βοηθούσε και μια διακοπή των προσπαθειών επίτευξης λύσης και μια επιστροφή στη σύγκρουση και ότι τα συμφέροντά μας εξυπηρετούνται καλύτερα με το να συνεχίζεται η κίνηση προς μια λύση- χωρίς σύντομη προοπτική άφιξης στη λύση». Το συμπέρασμα του Μάλινσον «Η Βρετανία έχει αναγνωρίσει εδώ και πολύ καιρό ότι έχει ευθύνη χωρίς ισχύ στην Κύπρο, αλλά ότι αυτό γίνεται υποφερτό με το να είναι τμήμα της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ», υπογραμμίζει ο Βρετανός πρώην διπλωμάτης, που προσθέτει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, κατά την άποψή του, δεν θα συγκατατεθούν ποτέ σε μια γνήσια ανεξάρτητη Κύπρο, γιατί αυτό ακριβώς θα ήθελε η Ρωσία. Οποιαδήποτε "λύση" θα είναι πάντα προσαρμοσμένη στις μερικώς παράνομες συνθήκες του 1960 και στις Βρετανικές Βάσεις, ανεξάρτητα από τις σημειολογικές εφευρέσεις. Αυτό έγινε και με το σχέδιο Ανάν, οι κύριες προβλέψεις του οποίου εισήχθησαν από τον Χένρι Κίσινγκερ με την "Πρωτοβουλία Πέντε Σημείων" του 1976. Τα υπόλοιπα δεν είναι πολύ περισσότερο από άσκηση δημοσίων σχέσεων που προορίζεται για τον κυπριακό λαό, "σανός" προς κατανάλωση από τους Κυπρίους μιας πολιτικής ισχύος του 19ου αιώνα (little more than the collateral fodder of 19th Century power-politics). Μια υποτιθέμενη λύση περιέχει τόσο πολλές εξαιρέσεις από το ευρωπαϊκό δίκαιο, που θα θέσει την Κύπρο στο επίπεδο ενός τρίτης κατηγορίας μέλους της ΕΕ, αν όντως επιβιώσει της συμφωνίας που θέλουν οι αγγλοαμερικανοί να επιβάλλουν». Η σημασία των αρχείων «Η ταχύτητα της τεχνολογίας και η μανιακή παγκοσμιοποίηση έχουν υπονομεύσει την γνώση που είναι αναγκαία στους δημοσιογράφους, τους πολιτικούς, τους ειδικούς στις διεθνείς σχέσεις, ακόμα και τους ίδιους τους διαπραγματευτές για να αντιληφθούν σωστά τα θεμελιώδη», λέει ο Γουίλιαμ Μάλινσον, και ξέρει ασφαλώς γιατί μιλάει, αφού διετέλεσε ο ίδιος διπλωμάτης στο βρετανικό Φόρεϊν Όφις, προτού ακολουθήσει μια καριέρα ερευνητή, πανεπιστημιακού καθηγητή και συγγραφέα. «Τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά και η συμπεριφορά είναι αυτό που δημιουργεί τις σχέσεις μεταξύ των κρατών», υπογραμμίζει και συνεχίζει «όπως έχει πει ο Guicciardini, τα πράγματα υπήρξαν πάντα τα ίδια, το παρελθόν φωτίζει το μέλλον και τα ίδια πράγματα γυρνάμε με διαφορετικά χρώματα». ----------------------------------------- Η δουλειά του Μάλινσον είναι ενδιαφέρουσα για τους Έλληνες, όχι μόνο γιατί επικεντρώνεται στα προβλήματα της Κύπρου και της Ελλάδας, αλλά και γιατί έχει κάνει μια συστηματική έρευνα εντοπίζοντας έγγραφα στα αρχεία του βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών, που ρίχνουν ιδιαίτερο φως στην ιστορία του Κυπριακού (και εμμέσως της Ελλάδας), έγγραφα στα οποία μπόρεσε να βρει πρόσβαση μόνο μετά από πίεση και δική του και του Information Commissioner στο υπουργείο. Πιστεύει ότι το αρχειακό υλικό πρέπει πάντα να προσεγγίζεται με προσοχή και συνδυασμό με άλλες πηγές, γιατί ό,τι γράφεται στα έγγραφα των αρχείων δεν σημαίνει ότι είναι και αληθές. Τούτου δοθέντος όμως, επισημαίνει τη χρησιμότητα του, ιδίως για να ξεφύγει κανείς από το πλαίσιο των δημόσιων σχέσεων (της προπαγάνδας θα έλεγαν άλλοι) που επιδιώκει να συγκαλύψει ή να διαστρεβλώσει την διπλωματική δράση των κρατών. Δυστυχώς, λέει ο Μάλινσον, παρά το σχετικό αίτημά του, οι ελληνικές αρχές δεν του επέτρεψαν την πρόσβαση στο αρχείο του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών για τα θέματα που τον ενδιαφέρουν. Ο ίδιος εκφράζει την απορία του για αυτό, αφού, όπως λέει, μόνο όφελος για τα ελληνικά συμφέροντα θα μπορούσε να προκύψει και εκφράζει την ελπίδα και την ευχή να του δοθεί στο μέλλον αυτή η δυνατότητα. *** Περισσότερα για τις έρευνες του Μάλινσον για την Κύπρο και την Ελλάδα, όπως και τις λεπτομέρειες των εγγράφων που αναφέρονται παραπάνω, ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης μπορεί να αναζητήσει στα εξής βιβλία του: -Cyprus: A Modern History, I.B. Tauris, London and New York, 2005, updated in 2009, 2010 and 2012 as a paperback. Η αρχική έκδοση μεταφράστηκε στα ελληνικά και εκδόθηκε το 2005 από τις εκδόσεις Παπαζήση, με τίτλο Κύπρος, μια ιστορική προοπτική. -Partition through Foreign Aggression, University of Minnesota, 2010. - Cyprus, Diplomatic History and the Clash of Theory in International Relations, I.B. Tauris, London and New York, 2010. Εκδόθηκε και στα ελληνικά από την Εστία, 2010. - Britain and Cyprus: Key Themes and Documents since World War Two, I.B. Tauris, London and New York, 2011. - Kissinger and the Invasion of Cyprus: Diplomacy in the Eastern Mediterranean, Cambridge Scholars Publishing, Newcastle upon Tyne, 2016. - Thrice a Stranger: Penelope?s Eastern Mediterranean Odyssey, Cambridge Scholars Publishing, Newcastle upon Tyne, 2016. - The Threat of Geopolitics to International Relations: Obsession with the Heartland, Cambridge Scholars Publishing, Newcastle upon Tyne, 2016. - "US Interests, British Acquiescence and the Invasion of Cyprus", The British Journal of Politics and International Relations, vol.9, no. 3, August 2007. - "Britain, Cyprus, Turkey, the USA and Greece in 1977: Critical Submission or Submissive Criticism?", Journal of Contemporary History, vol. 44, no. 4, October 2009. - "Spies, Jolly Hockeysticks and Imperialism in Cyprus", Journal of Balkan and Near Eastern Studies, vol. 13, issue 2, June 2011. - "Foreign Policy Issues of a Part-Occupied EU State", The Cyprus Review, vol.23, no.1, Spring 2011. - "Reviewing the Continuing Cyprus Conundrum", Journal of Balkan and Near Eastern Studies, vol.14, issue 4, December 2012. - "Greece and Cyprus in Foreign Office Eyes: Then is Now", ΕΠΕΤΗΡΙΔΑ, XXXVI, 2011-2012, Journal of the Centre of Scientific Research, Nicosia, 2013. - "Greece and Cyprus as Geopolitical Fodder", Etudes Helleniques/Hellenic Studies, vol. 22, no. 2, Autumn 2014. - "The Same Things Return with Different Colours" (review article), Journal of Balkan and Near Eastern Studies, vol. 17, no. 2, June 2015. - "Greece, Cyprus and the Eastern Mediterranean: Russia?s and the Anglo-Saxons? Piggies-in-the Middle: Then is Now", ΕΠΕΤΗΡΙΔΑ, XXXVII, Journal of the Centre for Scientific Research, Nicosia, 2015. - "Kissinger?s Outlook: Fifty Shades of Diplomacy", ΕΠΕΤΗΡΙΔΑ, XXXVIII, Journal of the Centre for Scientific Research, Nicosia, 2016. * Ο Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας Τα κείμενα που φιλοξενούνται στη στήλη «Ιδέες και Απόψεις» του ΑΠΕ- ΜΠΕ δημοσιεύονται αυτούσια και απηχούν τις απόψεις των συγγραφέων και όχι του πρακτορείου. Λεπτομέρειες στη συνδρομητική σελίδα του ΑΠΕ-ΜΠΕ © ΑΠΕ-ΜΠΕ ΑΕ. Τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ΑΕ. Απαγορεύεται η αναπαραγωγή από επισκέπτες της ιστοσελίδας.

Tuesday, February 21, 2017

UNCIVIL SERVICE

Public Disservice I recently had a bad experience with a Greek public servant. Before I tell you about it, I shall quote the British ambassador to Greece in 1981: ‘First, inefficiency and corruption. The Greek public service is bureaucratic, slow moving, and highly politicised. The administration finds it difficult to respond to the need for reform […] Though the Greeks are good at making plans, they are less good at carrying them out, and past masters at changing them for new plans. […] Where the administration and citizen come face to face, there is also inefficient and sometimes inhumane bureaucracy. […] The problem is partly an Ottoman bureaucratic tradition which revels in documentation and in which the petty official, not able to take responsibility for positive action, shows his power by obstructing his fellow citizens; partly the effect of the low level of education of the majority of civil servants, compounded by the propensity of all governments to put placemen into the administration (which in turn results in over-manning).’ Thirty six years later: I attended a court as a witness. The official turned up twenty minutes late. She did not apologise, or even excuse herself. I began by saying that they had left the letter asking for me to attend in the open, and not in an envelope, at the front entrance of our block, for all to see. The official’s reaction was to ask me to take my hands out of my pockets, and to sit straight up in the chair. I would have taken my hands out of my pocket, in any case, but she forestalled me, saying that in Greece one had to take one's hands out of one's pockets. When I used an English word, she rudely said that I must speak only Greek. She said that I should have brought an interpreter. I replied that I did not need one, but that with patience, we would manage it. When I presented my British passport, the official (more officious than official) asked about the oath and my religion. When I explained that I had no problem with taking the oath on the Bible, as I am Christian Orthodox, she still seemed disconcerted. I asked her to speak more slowly, but she did not. So I gave them my Greek ID. She looked surprised, apparently unable to see that a Briton could also have Greek citizenship, let alone be a Christian Orthodox. It suddenly became simpler for her. She asked me to put my hands on the Bible, which I did (I assume that it was a Bible, although I did not open the yellowish book). I told her that she must try to find some manners. Anyhow, I got through the whole testimony in Greek, speaking succinctly, and reading from a few pertinent documents. For some reason the rude official dictated the first document to the secretary. At the end, while checking through the testimony typed out by the well-mannered but frightened secretary, for my and the official’s signature, I asked her whether it was illegal to have one's hands in one's pockets. She started shouting really loudly, in the presence of the secretary, and another visitor, with whom she had already started to deal. I asked her not to shout, and said: 'Shh!', but she continued to shout, saying that I must speak in Greek. Yet I WAS speaking in Greek! I said that I might put in an official complaint. I then left, having ensured that she had signed my testimony. I pointedly thanked the secretary for her good manners, ignoring the unprofessional screamer. At least my testimony was signed. I was told that I had no right to have a copy. I regret to say that the ambassador was right in 1981. He is still right. ‘Something is very rotten in the state of Denmark.’ Unless clientelism is destroyed, the problem will continue, and the Greek people will forget who they should be. Good public relations begins at home. William Mallinson, Athens, 21 February 2017 Copyright Dr. William Mallinson